Η κριτική που γίνεται «κακόπιστη» επειδή ενοχλεί
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ
Δημοσιευτηκε:
Συχνά στον χώρο του ποδοσφαίρου, και όχι μόνο, ακούμε ότι είναι αποδεκτή η καλόπιστη κριτική, αλλά όχι η κακόπιστη.
Ο αποδέκτης της μπορεί να είναι ο πρόεδρος, ένας παράγοντας, ένας αξιωματούχος ή ακόμη και ένας ποδοσφαιριστής. Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: ποιος αποφασίζει τελικά αν μια κριτική είναι καλόπιστη ή κακόπιστη;
Πολύ συχνά αυτός που δέχεται την κριτική, αναλαμβάνει και τον ρόλο του «κριτή». Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Διότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ως καλόπιστη εκλαμβάνεται η κριτική που είναι ευχάριστη ή ανεκτή, ενώ ως κακόπιστη απορρίπτεται εκείνη που ενοχλεί ή εκθέτει.
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η κριτική δεν αξιολογείται με βάση την τεκμηρίωση ή την ουσία της, αλλά με βάση το πώς «ηχεί» στον αποδέκτη της.
Γι’ αυτό και όταν ένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου επιλέγει να απαντά μόνο σε όσα θεωρεί ο ίδιος καλόπιστα, δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν απαντά στην κριτική συνολικά, αλλά μόνο στο μέρος εκείνο που τον εξυπηρετεί.
Η καλόπιστη κριτική, ωστόσο, δεν ορίζεται από το αν είναι αρεστή, αλλά από το αν έχει βάση, αν είναι τεκμηριωμένη. Είναι σαφές ότι δεν αναφερόμαστε σε ύβρεις ή προσωπικές προσβολές, αλλά στην κριτική που, όσο σκληρή κι αν είναι, παραμένει προσηλωμένη στα γεγονότα. Κι όμως, πολύ συχνά, ακριβώς επειδή αυτή η κριτική είναι σκληρή, «βαφτίζεται» κακόπιστη και απορρίπτεται χωρίς απάντηση.
Όταν το κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στην καλόπιστη και την κακόπιστη κριτική περνά μέσα από την προσωπική άνεση του αποδέκτη, τότε η συζήτηση παύει να είναι ουσιαστική και μετατρέπεται σε μια επιλεκτική διαχείριση της κριτικής.
