Κλάτενμπεργκ: «Έχω κάνει τεράστια λάθη στην καριέρα μου - Στην Ελλάδα προσπάθησα, αλλά δεν ήταν απλό!»
ΓΗΠΕΔΟ
Δημοσιευτηκε:
Ο Μαρκ Κλάτενμπεργκ μίλησε στο England365 και, αυτή τη φορά, δεν χρειάζεται… VAR για να ξαναδεί τις μεγαλύτερες αποφάσεις της καριέρας του.
Υπάρχουν διαιτητές που συνδέουν το όνομά τους με ένα μεγάλο παιχνίδι και υπάρχουν κι εκείνοι που κάποια στιγμή μοιάζουν να βρίσκονται στο κέντρο όλων. Ο Μαρκ Κλάτενμπεργκ ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Για περισσότερο από μία δεκαετία στην Premier League βρέθηκε απέναντι στους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές και προπονητές της εποχής του, πήρε αποφάσεις που κρίθηκαν μέσα σε δευτερόλεπτα και συζητήθηκαν για χρόνια και έζησε από απόσταση λίγων μέτρων στιγμές που οι περισσότεροι γνώρισαν μόνο μέσα από μία οθόνη.
Το 2016 συμπύκνωσε σχεδόν ολόκληρη αυτή τη διαδρομή μέσα σε λίγες εβδομάδες. Τελικός FA Cup στο «Wembley», τελικός Champions League ανάμεσα σε Ρεάλ Μαδρίτης και Ατλέτικο και, λίγο αργότερα, τελικός EURO ανάμεσα σε Πορτογαλία και Γαλλία. Τρεις από τις μεγαλύτερες αναθέσεις που μπορεί να πάρει ένας Ευρωπαίος διαιτητής, μέσα στην ίδια χρονιά. Πίσω από αυτές, όμως, υπήρχαν λάθη, αμφισβήτηση, πίεση και αποφάσεις που ακόμη και σήμερα ο ίδιος θυμάται διαφορετικά
Το England365 συνάντησε τον Μαρκ Κλάτενμπεργκ, σε μία συνέντευξη με την Εύα Μπέλλου, και του ζήτησε να κοιτάξει πίσω χωρίς τη βοήθεια του replay. Μίλησε για το τι πραγματικά σημαίνει να είσαι διαιτητής στο υψηλότερο επίπεδο, για την κριτική και τα social media, για τον Κρεγκ Μπέλαμι και τον Λουίς Σουάρες, για το οπαδικό συναίσθημα που ένας διαιτητής καλείται να αφήνει έξω από το γήπεδο και για το VAR, απέναντι στο οποίο η θέση του είναι ξεκάθαρη: η τεχνολογία άλλαξε όχι μόνο τις αποφάσεις, αλλά και το ίδιο το ένστικτο του ανθρώπου που τις παίρνει.
Και όταν η συζήτηση έφτασε στις αποφάσεις που δεν διορθώνονται πια, δεν απέφυγε την απάντηση. Γύρισε σε ένα ντέρμπι του Μέρσεϊσαϊντ και σε ένα πέναλτι που, όπως παραδέχεται σήμερα, έπρεπε να είχε δοθεί. Από εκεί, στους τρεις τελικούς του 2016 και τελικά στην Ελλάδα: μία περίοδο που περιγράφει με αγάπη, αλλά και με αιχμές για όσα συμβαίνουν γύρω από το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Μία καριέρα «χτισμένη» πάνω στις αποφάσεις. Και μία συζήτηση για όλα όσα φαίνονται πολύ διαφορετικά όταν, επιτέλους, δεν χρειάζεται να τα αποφασίσεις μέσα σε 90 λεπτά!
Για χρόνια βρεθήκατε στο υψηλότερο επίπεδο της Premier League, ζώντας από κοντά μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της. Σήμερα, έχοντας ολοκληρώσει τη διαιτητική σας καριέρα, πώς κοιτάζετε πίσω σε αυτή τη διαδρομή;
«Όσο βρίσκεσαι μέσα στη διαιτησία, τα πράγματα είναι δύσκολα. Ο διαιτητής είναι συχνά ο “δημόσιος εχθρός”, καθώς οι αποφάσεις του δύσκολα γίνονται αποδεκτές. Μόνο όταν αποχωρήσεις αρχίζει ο κόσμος να εκτιμά διαφορετικά όσα έκανες και να συνειδητοποιεί ότι ίσως τελικά δεν ήσουν και τόσο κακός!
Με την είσοδο του VAR, μάλιστα, θεωρώ ότι η κριτική προς τους διαιτητές έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με το παρελθόν. Προσωπικά, κοιτάζοντας πίσω, αισθάνομαι ικανοποιημένος με όσα κατάφερα. Πέτυχα πολύ περισσότερα απ’ όσα είχα φανταστεί όταν ξεκινούσα. Όταν άρχισα τη διαιτησία στα 16 μου, δεν μπορούσα να ονειρευτώ ότι κάποια μέρα θα έφτανα να διευθύνω έναν τελικό Champions League. Η διαδρομή μου ξεπέρασε όσα μπορούσα τότε να φανταστώ.»
Πόσο δύσκολο είναι να είσαι διαιτητής σε αυτό το επίπεδο; Είναι τελικά η ευθύνη μεγαλύτερη απ’ όσο μπορεί να αντιληφθεί κάποιος που το βλέπει απ’ έξω;
«Ο κόσμος συχνά δεν αντιλαμβάνεται τι πραγματικά απαιτεί η δουλειά ενός διαιτητή. Θυμάμαι κάποιον να μου λέει κάποτε:“Απλώς φτάνεις στο γήπεδο και διαιτητεύεις”. Στην πραγματικότητα, πίσω από κάθε αγώνα υπάρχουν ώρες προπόνησης, ανάλυσης βίντεο και προετοιμασίας που κανείς δεν βλέπει. Το κοινό βλέπει και κρίνει μόνο την απόφαση στον αγωνιστικό χώρο, χωρίς να γνωρίζει όσα προηγούνται και την πίεση που τη συνοδεύει.
Σήμερα, μάλιστα, τα πράγματα είναι ακόμη δυσκολότερα. Όταν ήμουν ενεργός διαιτητής, τα social media δεν είχαν τη σημερινή δύναμη. Πλέον όλοι μπορούν να σχολιάσουν και μεγάλο μέρος αυτής της κριτικής καταλήγει σε προσβολές και επιθέσεις, κάτι που εγώ δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσω στον ίδιο βαθμό.»
Τι πιστεύετε ότι ήταν αυτό που σας ξεχώρισε και σας καθιέρωσε ως έναν από τους κορυφαίους διαιτητές που πέρασαν από την Premier League;
«Ήμουν από τους διαιτητές που προτιμούσαν να διαχειρίζονται τους παίκτες μέσα από την επικοινωνία. Τα ΜΜΕ πολλές φορές με θεωρούσαν αλαζόνα, όμως οι παίκτες και οι προπονητές εκτιμούσαν ακριβώς αυτή την ικανότητά μου να επικοινωνώ μαζί τους.
Ήμουν ειλικρινής και προσπαθούσα να χτίζω μια σχέση που τους έκανε να αισθάνονται άνετα στον αγωνιστικό χώρο. Και όταν οι παίκτες αισθάνονταν άνετα μαζί μου, η δουλειά μου γινόταν πολύ ευκολότερη: υπήρχαν λιγότερες διαμαρτυρίες και δεν αμφισβητούσαν κάθε απόφασή μου.»
Πριν από δέκα χρόνια διευθύνατε τον τελικό του Champions League ανάμεσα στη Ρεάλ Μαδρίτης και την Ατλέτικο. Απαιτεί ένας αγώνας τέτοιου μεγέθους κάποια διαφορετική ή ιδιαίτερη προετοιμασία;
«Ήταν δύσκολο, γιατί μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα είχα διευθύνει τον τελικό του FA Cup στο Wembley, ανάμεσα στην Κρίσταλ Πάλας και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και η απόδοσή μου δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Αναλύοντας το παιχνίδι, διαπίστωσα ένα-δύο μικρά λάθη που θα μπορούσα να είχα αποφύγει. Έπρεπε, όμως, μέσα σε λίγες ημέρες να τα αφήσω πίσω και να προετοιμαστώ για τον τελικό στο Μιλάνο.
Γνώριζα τη σημασία του αγώνα: ήταν ο μεγαλύτερος τελικός στην Ευρώπη και, παράλληλα, ένα ντέρμπι της Μαδρίτης. Παρ’ όλα αυτά, δεν άλλαξα τον τρόπο προετοιμασίας μου. Ανέλυσα τις δύο ομάδες και τον μεταξύ τους τελικό του Champions League δύο χρόνια νωρίτερα, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Περίμενα λοιπόν ένα αντίστοιχα απαιτητικό παιχνίδι και ήθελα να είμαι όσο καλύτερα προετοιμασμένος μπορούσα.»
Ποια είναι η κορυφαία ατομική εμφάνιση ποδοσφαιριστή που θυμάστε από αγώνα που έχετε διευθύνει;
«Είχα την τύχη να δω πολλούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές. Ο Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο ήταν δύο superstars που, για μένα, ανέβασαν το ποδόσφαιρο της εποχής μου σε άλλο επίπεδο. Δεν μπορώ να τους συγκρίνω με παίκτες άλλων εποχών, όμως υπάρχει μία εμφάνιση που δεν έχω ξεχάσει.
Ήμουν ακόμη νέος διαιτητής όταν διηύθυνα το Άγιαξ–Σλόβαν Μπρατισλάβας και ο Λουίς Σουάρες πέτυχε τέσσερα γκολ. Θυμάμαι να επιστρέφω και να λέω στους φίλους μου: “Αυτός είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες που έχω δει ποτέ”. Ήταν απίστευτος. Λίγους μήνες αργότερα πήγε στη Λίβερπουλ και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.Ίσως η αρνητική πλευρά της συμπεριφοράς του να επισκίασε κάποιες φορές το ταλέντο του, όμως εκείνο το βράδυ ήταν πραγματικά εκπληκτικός.»
Υπήρξε κάποιος ποδοσφαιριστής που σας έχει μείνει στη μνήμη ως ο πιο δύσκολος ή ο πιο έντονος στις διαμαρτυρίες του μέσα στον αγωνιστικό χώρο;
«Ο Κρεγκ Μπέλαμι ήταν πάντα δύσκολος, αν και το πρόβλημα μεταξύ μας ξεκίνησε από δικό μου λάθος. Σε έναν αγώνα της Μάντσεστερ Σίτι τον απέβαλα με δεύτερη κίτρινη και, όταν είδα ξανά τη φάση, κατάλαβα ότι η απόφασή μου ήταν λανθασμένη. Εκείνος δεν το αποδέχτηκε ποτέ και από τότε είχαμε συχνά έντονες διαφωνίες.
Δεν ήμουν, βέβαια, ο μόνος διαιτητής που αντιμετώπιζε δυσκολίες μαζί του. Ήταν πολύ έντονος στις διαμαρτυρίες του και αμφισβητούσε τόσο τις αποφάσεις όσο και την εξουσία του διαιτητή. Αυτό έκανε τη διαχείριση ακόμη δυσκολότερη, γιατί όταν οι υπόλοιποι παίκτες βλέπουν κάποιον να συμπεριφέρεται έτσι, μπορεί να αρχίσουν να κάνουν το ίδιο. Ως διαιτητής, όμως, πρέπει να βρεις τρόπο να το διαχειριστείς.»
Είναι φυσικό ένας διαιτητής να έχει μεγαλώσει υποστηρίζοντας κάποια ομάδα. Σας συνέβη ποτέ, έστω και υποσυνείδητα, το συναίσθημα να επηρεάσει μια απόφασή σας μέσα σε έναν αγώνα;
«Το συναίσθημα υπάρχει πάντα και πρέπει να ξέρεις να το διαχειρίζεσαι. Μπορεί, για παράδειγμα, ένας ποδοσφαιριστής να έχει χάσει κάποιο μέλος της οικογένειάς του ή να περνά μια πολύ δύσκολη προσωπική στιγμή και αυτό είναι κάτι που ως διαιτητής οφείλεις να αντιλαμβάνεσαι.
Εγώ είμαι οπαδός της Νιούκαστλ, γι’ αυτό δεν μπορούσα να διαιτητεύσω ούτε τη Νιούκαστλ ούτε τη Σάντερλαντ, τη μεγάλη της αντίπαλο. Και το προτιμούσα, γιατί έτσι μπορούσα να κυκλοφορώ και στις δύο πόλεις χωρίς να θεωρεί κανείς ότι είχα κάνει κάτι εναντίον της ομάδας του.
Θυμάμαι, επίσης, ένα περιστατικό με τον Τζόρνταν Χέντερσον, όταν αγωνιζόταν στη Σάντερλαντ. Σε ένα παιχνίδι μού μίλησε πολύ άσχημα και θα μπορούσα να τον είχα αποβάλει. Γνώριζα, όμως, τους γονείς του και του είπα: “Αν μου ξαναμιλήσεις έτσι, θα το πω στη μητέρα σου”. Άσπρισε! Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν η ιδανική λύση εκείνη τη στιγμή και το αποδέχτηκε. Αυτή είναι και η ουσία: πρέπει να καταλαβαίνεις το συναίσθημα μέσα στο γήπεδο, αλλά και να ξέρεις πώς να το διαχειριστείς.»
Αν το VAR υπήρχε στο μεγαλύτερο μέρος της καριέρας σας, θα διαιτητεύατε με την ίδια φιλοσοφία; Και με τον ρόλο του να διευρύνεται συνεχώς, θεωρείτε ότι το ποδόσφαιρο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση;
«Όχι. Όταν εργάστηκα με το VAR στη Σαουδική Αραβία και την Κίνα, ένιωσα ότι άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο διαιτήτευα. Χωρίς αυτό βασίζεσαι στο ένστικτο· με το VAR υπάρχει ο κίνδυνος να αφήνεις την τεχνολογία να αποφασίζει για σένα. Θεωρώ ότι έτσι οι διαιτητές έχουν χάσει μέρος της εξουσίας τους και το παιχνίδι μέρος του συναισθήματός του.
Υπήρξαν, βέβαια, στιγμές που θα ήθελα να το είχα. Στο πρώτο μου παιχνίδι στο Ολντ Τράφορντ , το σουτ του Πέδρο Μέντες είχε περάσει τη γραμμή απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά το γκολ δεν δόθηκε. Εκεί η τεχνολογία θα είχε διορθώσει ένα μεγάλο λάθος. Γι’ αυτό είμαι υπέρ του VAR όταν διορθώνει ξεκάθαρες και καθοριστικές αποφάσεις, όπως μια λανθασμένη δεύτερη κίτρινη. Είμαι επίσης υπέρ των αλλαγών που περιορίζουν τις καθυστερήσεις: ο κόσμος πληρώνει για να βλέπει ποδόσφαιρο, όχι time-wasting.»
Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω και να αλλάξετε μία απόφαση της διαιτητικής σας καριέρας, ποια θα ήταν και γιατί;
«Έκανα πολλά λάθη στην καριέρα μου, ήμουν άνθρωπος. Υπάρχει, όμως, ένα που μετανιώνω ιδιαίτερα, στο ντέρμπι του Μέρσεϊσαϊντ ανάμεσα στην Έβερτον και τη Λίβερπουλ. Στο τελευταίο λεπτό δεν είδα ένα ξεκάθαρο φάουλ του Τζέιμι Κάραγκερ στον Τζόλεον Λέσκοτ, που θα έπρεπε να είχε δοθεί πέναλτι στην Έβερτον και να της δώσει την ευκαιρία να ισοφαρίσει σε 2-2.
Η Λίβερπουλ τελικά κέρδισε 2-1 και δέχθηκα τεράστια κριτική, ακόμη και απειλές για τη ζωή μου. Δεν είχα διαιτητεύσει καλά εκείνη την ημέρα και έπρεπε να το αποδεχτώ. Στα ντέρμπι υπάρχει τεράστιο πάθος και αντιπαλότητα και μία απόφαση μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Αν μπορούσα να αλλάξω μία, θα ήταν εκείνο το πέναλτι.»
Το 2016, μέσα σε μόλις επτά εβδομάδες, διευθύνατε τρεις σπουδαίους τελικούς: FA Cup, Champions League και EURO. Ποιος από τους τρεις σήμαινε περισσότερα για εσάς προσωπικά και γιατί;
«Και οι τρεις τελικοί ήταν σημαντικοί, ο καθένας για διαφορετικό λόγο. Στο FA Cup υπήρχε ήδη μια ιδιαίτερη σχέση με την Crystal Palace: σε 12 παιχνίδια της που είχα διαιτητεύσει στην Premier League δεν είχε κερδίσει ποτέ, οπότε με θεωρούσαν υπεύθυνο για πολλά.
Τον τελικό του Champions League, από την άλλη, δεν περίμενα καν να τον διευθύνω, καθώς είχα σφυρίξει τον ημιτελικό Ατλέτικο–Μπάγερν και μέχρι τότε κανείς δεν είχε κάνει ημιτελικό και τελικό στην ίδια διοργάνωση. Στο EURO ήταν διαφορετικά: ένα λάθος μπορούσε να σε στείλει σπίτι και, για να φτάσεις μέχρι τον τελικό, χρειαζόσουν και τύχη.
Και στους τρεις έκανα λάθη, όμως για μένα το σημαντικό ήταν να μη θεωρήσει καμία ομάδα ότι επηρέασα το αποτέλεσμα. Η πίεση σε τέτοια παιχνίδια είναι τεράστια. Σε 90 λεπτά δεν υπάρχει “edit”, δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να αλλάξεις μια απόφαση.»
Έχοντας εργαστεί και στην Ελλάδα, ποια συνολική εικόνα έχετε για το ελληνικό ποδόσφαιρο και ιδιαίτερα για τους Έλληνες διαιτητές; Υπάρχει κάποια στιγμή από την παρουσία σας εδώ που θυμάστε ξεχωριστά;
«Αγάπησα την Ελλάδα. Όταν ανέλαβα τη διαιτησία, πολλοί μου έλεγαν ότι ήμουν τρελός, γιατί το ελληνικό ποδόσφαιρο περνούσε μια πολύ δύσκολη περίοδο, με ιδιοκτήτες που τη μία στιγμή ήταν φίλοι και λίγο αργότερα εχθροί. Προσπάθησα να φέρω περισσότερη διαφάνεια και να έχω επικοινωνία με όλους. Δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε τα πάντα, αλλά θεωρώ ότι κάναμε σημαντικά βήματα. Στο τέλος, 13 ομάδες της Super League ψήφισαν να παραμείνω και μόλις μία να φύγω, θα σας αφήσω να μαντέψετε ποια!
Οι Έλληνες διαιτητές έχουν ποιότητα, αλλά πολλές φορές διαιτητεύουν με φόβο και έτσι δεν δείχνουν τις πραγματικές τους δυνατότητες. Προσπαθούσα να παίρνω εγώ πάνω μου την πίεση και να τους δίνω την ελευθερία να κάνουν τη δουλειά τους. Στην Ελλάδα, όμως, αυτό δεν είναι πάντα εύκολο λόγω της πολιτικής που υπάρχει γύρω από το ποδόσφαιρο.
Και μία εικόνα που μου έχει μείνει είναι η κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου από τον Ολυμπιακό. Όταν απέκλεισε την Άστον Βίλα και τελικά κατέκτησε τη διοργάνωση, πέτυχε κάτι που ειλικρινά δεν πίστευα ότι θα δω. Οι εικόνες από τον Πειραιά ήταν απίστευτες. Και το μήνυμα, για μένα, ήταν μεγαλύτερο από τον Ολυμπιακό: σταματήστε να πολεμάτε μεταξύ σας, επενδύστε στις ομάδες σας και τα αποτελέσματα θα έρθουν».
england365.gr
