Τι μετανιώνει ο Μαντούκα από τη θητεία στον ΑΠΟΕΛ – «Άρχισαν τα προβλήματα επειδή ο πρόεδρος»

Οι συζητήσεις του Γκουστάβο Μαντούκα με τον Πρόδρομο Πετρίδη, τι μετάνιωσε από τη θητεία στον ΑΠΟΕΛ και που χαλάστηκε από την αντιμετώπιση της διοίκησης

Μεγάλη συνέντευξη σε ιστοσελίδα της πατρίδας του (bolanarede.pt) παραχώρησε ο Γκουστάβο Μαντούκα, ο οποίος αναφέρθηκε από το πέρασμά του στον ΑΠΟΕΛ σαν ποδοσφαιριστής, αλλά και την απόπειρα να αναλάβει το ρόλο του τεχνικού διευθυντή.

Για τις ευρωπαϊκές επιτυχίες και αν θυμάται το παιχνίδι με την Πόρτο: «(Γελάει) Ναι, όντως ξεχωρίζει αυτό το ματς. Είναι προφανές. Όχι μόνο θυμάμαι αυτό το παιχνίδι, αλλά αυτή η σεζόν ήταν αναμφίβολα η πιο αξιοσημείωτη της καριέρας μου. Εκεί, σε ηλικία 31 ετών, καταλήγω να παίζω σε μια τόσο σημαντική διοργάνωση όπως το Champions League. Πριν με την ΑΕΚ Αθηνών, είχα παίξει στο Champions League, κερδίσαμε τη Μίλαν αλλά δεν τα καταφέραμε, ενώ στον ΑΠΟΕΛ σημείωσα τέσσερα γκολ, μεταξύ αυτών και εναντίον της Πόρτο, στους «16» κόντρα στη Λιόν και στα προημιτελικά εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης στο Μπερναμπέου. Ήταν μια αξέχαστη στιγμή».

Για το πρόωρο τέλος στην καριέρα του λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού: «Ένιωθα ότι να μπορούσα να παίξω μέχρι τα 40 μου, κάθε χρόνο ένιωθα καλύτερα, όχι μόνο σωματικά, αλλά και αποκτώντας εμπειρία στο γήπεδο. Το 2014-15, όταν τραυματίστηκα και αναγκάστηκα να τελειώσω την καριέρα μου – έχω πόνο ακόμη στον αστράγαλό μου -, είχα πετύχει επτά γκολ στο πρωτάθλημα, σκόραρα στο Champions League με αντίπαλο τον Άγιαξ και ήμουν ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο απέναντι στην Παρί ΣΖ. Ήμουν σε εξαιρετική κατάσταση σε ηλικία 34 ετών, αλλά ο τραυματισμός κατέστρεψε τα σχέδιά μου».

Αν ήταν έτοιμος να σταματήσει το ποδόσφαιρο: «Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν. Ένιωσα καλά σωματικά και στο γήπεδο, αλλά ήμουν ήδη ικανοποιημένος με την καριέρα μου και κουρασμένος από τη ρουτίνα του ποδοσφαίρου. Είχα ήδη δύο παιδιά, χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο με την οικογένειά μου, και ψυχολογικά ήμουν ήδη πιο χαλαρός. Με την απόδοσή μου στο γήπεδο, θα μπορούσα να παίξω άνετα μέχρι τα 38 μου και καλά, αλλά ψυχολογικά είχα ήδη τελειώσει».

Για την καριέρα του μετά που κρέμασε τα ποδοσφαιρικά παπούτσια: «Πρέπει να είμαι το μόνο άτομο στον κόσμο που ήμουν πρωταθλητής ως παίκτης, ως αθλητικός διευθυντής και προπονητής (γέλια). Είχα αυτόν τον τραυματισμό και προσπάθησα να επανέλθω, πήγα στη Γερμανία, την Ολλανδία… Προσπάθησα, αλλά δεν επανήλθα, πέρασαν τρεις μήνες για να επιβεβαιώσω. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος μου τηλεφώνησε και μου είπε “κοίταξε, σε εμπιστεύομαι, αν θέλεις να ανανεώσετε ένα ακόμη έτος ως τραυματίας ή να σε κάνουμε αθλητικό διευθυντή”. Νόμιζα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία και τον Μάρτιο του 2015 ανέλαβα. Αλλά ήταν μια πολύ δύσκολη δουλειά, την οποία δεν έκανα με ευχαρίστηση γιατί έπρεπε να ασχοληθώ με πολλούς φίλους: Έγινα το αφεντικό τους και έπρεπε να αποφασίσω ποιος μένει και ποιος φεύγει και αυτός που έπρεπε να πει τα νέα ήμουν εγώ, ακόμη κι αν δεν ήταν δική μου απόφαση. Ήταν πολύ δύσκολο να μη μπερδέψω τα πράγματα. Το έκανα, αλλά πολλοί παίκτες άρχισαν να έχουν προβλήματα μαζί μου».

Για την ανάληψη ως προπονητή: «Έμεναν δύο παιχνίδια για να τελειώσει το πρωτάθλημα, συν ο τελικός του Κυπέλλου, και ο πρόεδρος με καλεί σε μια συνάντηση μετά από μια ήττα. Ήμασταν ένα βαθμό μπροστά στο πρωτάθλημα και επρόκειτο να παίξουμε εναντίον του δεύτερου. Ο πρόεδρος μου είπε “Γκουστάβο, εγγυάσαι ότι με αυτόν τον προπονητή θα είμαστε πρωταθλητές;”, και του είπα ότι δεν μπορώ να το εγγυηθώ αυτό, γιατί στο ποδόσφαιρο οτιδήποτε μπορεί να συμβεί. Και μου είπε “Δεν είναι αυτό που θέλαμε να ακούσουμε, αν δεν μπορείς να το εγγυηθείς τότε ο προπονητής φεύγει και είστε υπεύθυνοι για την ομάδα”. Δεν είχα καν το δίπλωμα UEFA C, αλλά το έκανα, έβαλα ως βοηθός την ομάδα».

Για τη δουλειά ως τεχνικός διευθυντής στην ομάδα της Λευκωσίας: «Το μόνο που μπορώ να πω ότι μετανιώνω είναι ότι συμφώνησα να γίνω αθλητικός διευθυντής του ΑΠΟΕΛ. Ήταν μια καλή εμπειρία, αλλά δεν μου έκανε κανένα καλό, έπρεπε να τρέχω συνεχώς και δεν είχα την υποστήριξη. Θα το είχα κάνει διαφορετικά σήμερα, που είμαι λίγο ξεκούραστος αλλά προετοιμασμένος περισσότερο για να δεχτώ αυτή την πρόκληση».

Για την αποχώρηση του από τον ΑΠΟΕΛ: «Ήρθαμε στο πρώτο παιχνίδι 1-1, στο δεύτερο κερδίσαμε 4-0 και ήμασταν πρωταθλητές και στον τελικό του Κυπέλλου κερδίσαμε 4-1 και ήμασταν νταμπλούχοι. Απλά δεν μπορούσα να συνεχίσω ως προπονητής, πήγα πίσω στη δουλειά του Αθλητικού Διευθυντή και προσλάβαμε τον Ντομίνγκος Πασιένσια για προπονητή. Κατά τη γνώμη μου, έκανε καλή δουλειά, αλλά υπήρχε πολύ μεγάλη πίεση στο προπονητικό τιμ επειδή παίζαμε στο Champions League και αποκλειστήκαμε από την Αστάνα, η οποία εκείνη την εποχή δεν είχε παράδοση στην Ευρώπη, και τη θεωρούσαμε δεδομένη. Πήγαμε στο Καζακστάν και χάσαμε (0-1) σε ένα ισορροπημένο παιχνίδι και τότε άρχισε να γίνεται “θόρυβο”. Όταν παίξαμε εντός έδρας, κερδίζαμε 1-0, είχαμε ευκαιρίες να σκοράρουμε και το δεύτερο γκολ, αλλά στο 88ο λεπτό ισοφαριστήκαμε, και με την ισοπαλία και μείναμε εκτός Champions League. Εκείνο το βράδυ, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να διώξει τον Ντομίνγκος χωρίς τη συγκατάθεσή μου και τότε άρχισαν τα προβλήματα επειδή ο πρόεδρος, ο οποίος είχε την εξουσία να το κάνει, τον απέλυσε χωρίς την παρουσία μου. Αν μου τηλεφωνούσε, δεν θα υπήρχαν προβλήματα, αλλά τότε άρχισε η διαφωνία μας».

Για τα πλάνα του μετά τον ΑΠΟΕΛ: «Απέκτησα το προπονητικό δίπλωμα της UEFA A και κλήθηκα να προπονήσω μια ομάδα Β’ Κατηγορίας στην Κύπρο, τον Οθέλλο, έναν μικρό σύλλογο, διαφορετικό από ό,τι είχα συνηθίσει. Δημιούργησαν ένα πλάνο πάνω μου, νομίζοντας ότι με το όνομά μου θα φτάσουν στην Α’ Κατηγορία, αλλά είχαμε 13 παίκτες που είχαν μισθούς καθυστερημένους. Στη συνέχεια, επέστρεψα στη Βραζιλία με την οικογένειά μου, γιατί δεν είχα χρόνο να ξεκουραστώ, από τότε που τελείωσα την καριέρα μου».