Οι φίλαθλοι στη Βραζιλία πρωταγωνιστούν στην μάχη για την Δημοκρατία

Πρωταγωνιστική θέση στις διαδηλώσεις για την προάσπιση της Δημοκρατίας στην πατρίδα τους και κατά του προέδρου της χώρας, Ζαϊρ Μπολσονάρου, έχουν οι οργανωμένοι φίλαθλοι των ποδοσφαιρικών ομάδων της Βραζιλίας.

«Έπρεπε να καταλάβουμε το γήπεδο, αντιμετωπίζοντας τους υποστηρικτές του Μπολσονάρο που επαινούν τη δικτατορία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ντάνιλο Πασάρο, μέλος του Gavioes da Fiel, των οργανωμένων φιλάθλων της Κορίνθιανς. Μάλιστα, ο Πασάρο ήταν αυτός που κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου 500 άτομα, ακόμη και φιλάθλους άλλων ομάδων, που έλαβαν μέρος σε διαδήλωση διαμαρτυρίας στην Avenida Paulista, μια εμβληματική αρτηρία στο κέντρο του Σάο Πάολο. Η διαδήλωση εξελίχθηκε ομαλά, μέχρι την εμφάνιση των υποστηρικτών του Μπολσονάρου, οι οποίοι προκάλεσαν συγκρούσεις, με αποτέλεσμα την επέμβαση της αστυνομίας με χρήση δακρυγόνων.

«Στο τέλος της διαδήλωσης, λίγοι άνθρωποι που έδειχναν νεοναζιστικά σύμβολα σκόπευαν να μας συναντήσουν για να μας προκαλέσουν όταν θα μπορούσαν να είχαν διασχίσει το δρόμο», προσθέτει ο 27χρονος Πασάρο. Αυτή η διαδήλωση των φιλάθλων, ήταν μια από τις πρώτες που συγκέντρωσαν ακτιβιστές κατά του Μπολσονάρου, από την έναρξη της πανδημίας του κοροναϊού. Ο πρόεδρος της Βραζιλίας, αντέδρασε άμεσα, αποκαλώντας τους «περιθωριακούς» και «τρομοκράτες».

Άλλες «αντιφασιστικές» διαδηλώσεις που συγκεντρώνουν υποστηρικτές προγραμματίζονται για την Κυριακή σε πολλές πόλεις της Βραζιλίας. Πριν από αυτές τις διαδηλώσεις, κάθε Κυριακή έβγαιναν στον δρόμο, μόνο οι οπαδοί του Μπολσονάρου, παραβλέποντας οποιονδήποτε κανόνα κοινωνικής απόστασης, ενώ η Βραζιλία είναι μια από τις χώρες που έχει πληγεί περισσότερο από τον κορονοϊό.

Ντυμένοι με κίτρινες και πράσινες φανέλες της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, μεγάλος αριθμός αυτών των διαδηλωτών απαιτούν στρατιωτική παρέμβαση για να κλείσουν το Κογκρέσο ή το Ανώτατο Δικαστήριο. δείχνοντας στον Μπολσονάρου την νοσταλγία τους για τα χρόνια της δικτατορίας (1964-1985). «Αρχικά, ήταν οι μόνοι που διαδήλωναν στο δρόμο γιατί σεβόμαστε τον περιορισμό. Αλλά τώρα, αποφασίσαμε να διακινδυνεύσουμε και να βγούμε για να πολεμήσουμε αυτήν την αυταρχική κλιμάκωση. Και ελπίζουμε ότι θα πυροδοτήσουμε ένα μαζικό κίνημα σε ολόκληρη την χώρα», προσθέτει ο Πασάρο.

«Αυτή η κινητοποίηση υποστηρικτών είναι μια καμπή, γιατί μέχρι τώρα, τα προοδευτικά κινήματα αγωνίζονται να οργανωθούν. Νομίζω ότι είχε μεγάλο αντίκτυπο στους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων που δεν ενδιαφέρονται για το ποδόσφαιρο», υποστήριξε σχετικά, η Ροζάνα ντα Καμαρα Τεϊξέϊρα, ανθρωπολόγος στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Φλουμινένσε, με εξειδίκευση σε στις ομάδες θαυμαστών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι φίλαθλοι πολλών συλλόγων είχαν συμμετάσχει μαζικά στις τεράστιες διαδηλώσεις απαιτώντας τον τερματισμό της δικτατορίας, ενώ θρυλικοί παίκτες όπως ο Σώκρατες, ήταν εμβλήματα του αγώνα για την Δημοκρατία.

«Ομάδες υποστηρικτών άρχισαν να εμφανίζονται κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος, με πνεύμα διαμαρτυρίας. Και σήμερα, αναλαμβάνουν αυτήν την κληρονομιά και μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα για την κινητοποίηση αντιπάλων της κυβέρνησης», πρόσθεσε η Τεϊξέϊρα, ενώ η αθλητική συντάκτρια, Γιούκα Κφούρι, η οποία συμμετείχε ενεργά στο κίνημα εκδημοκρατισμού που συνδέεται με το ποδόσφαιρο την δεκαετία του 1980, επισημαίνει: «Φοβάμαι ότι θα υπάρξουν και πάλι πολλές προκλήσεις από τους υποστηρικτές του Μπολσονάρου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που διεισδύουν στις εκδηλώσεις και θα μπορούσαν να πυροβολήσουν την αστυνομία για να κατηγορήσουν εκείνους που υπερασπίζονται την Δημοκρατία και να δώσουν επιχειρήματα στον Μπολσονάρου για να κηρύξει το κράτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

Παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των διαμαρτυρόμενων, περιορίζεται σε ομιλίες υπέρ της Δημοκρατίας, υπάρχουν κάποιοι άλλοι, οι οποίοι φαίνονται έτοιμοι για άλλου είδους δράση. Οπως ο Καπιτάο Λέο, οπαδός της Φλαμένγκο, ο οποίος καλεί μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα τους φιλάθλους, να «εξοντώσουν τους φασίστες» και να «πυροβολήσουν τους υποστηρικτές του Μπολσονάρου».