Ο παππούς της Γιουνάιτεντ που «είπε» το πιο συγκινητικό «You ‘ll never walk alone»

Δεν έφυγε στο ημίχρονο, ούτε μετά το ακυρωθέν γκολ του Κριστιάνο που έσβησε τις όποιες ελπίδες αντίδρασης. Δεν έφυγε μετά το 65' όταν οι κερκίδες άδειασαν. Εμεινε εκεί μέχρι το σφύριγμα της λήξης γιατί έμαθε να μην την αφήνει ποτέ μόνη

Ήδη από την συμπλήρωση του πρώτου ημιχρόνου του ντέρμπι, το απόγευμα της Κυριακής (24/10), πολλοί φίλοι της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ λύγισαν από το εύρος του σκορ, από την εικόνα που παρουσίαζε η ομάδα τους στο Όλντ Τράφορντ κόντρα στη Λίβερπουλ. Έφυγαν, αγανακτισμένοι. Την άφησαν μόνη.

Οι εικόνες με τους πλημμυρισμένους από κόσμο δρόμους γύρω από το γήπεδο καταγράφηκαν μετά το 64ο λεπτό. Το σκορ ήταν ήδη στο 5-0, η Λίβερπουλ έκανε ό,τι ήθελε στον αγωνιστικό χώρο, «οι κόκκινοι διάβολοι» έδιναν την αίσθηση ότι δεν μπορούν να αντιδράσουν. Ότι έχουν παραδοθεί. Όλεθρος…

Κι όμως, εκείνος εκεί. Με το κασκόλ περασμένο περήφανα γύρω από το λαιμό του. Μόνος του, ανάμεσα σε δεκάδες άδεια κόκκινα καθίσματα. Τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο σώμα του, συλλογίζεται – ενδεχομένως – ότι πιο αποκαρδιωτική εικόνα, ακόμα περισσότερο και απ’ το σύνολο του Όλε Γκούναρ Σόσκιερ, ήταν εκείνοι που της γύρισαν την πλάτη.

Ο παππούλης που «έπιασε» η κάμερα μετά το τέλος του αγώνα να στέκει όρθιος, αμετακίνητος, στη βουβή πια κερκίδα του «θεάτρου των ονείρων», θα έχει πολλά να διηγηθεί. Έχοντας σίγουρα συμπληρώσει τα 80, όπως προδίδει το παρουσιαστικό του, θα ξεκινήσει από τον ματωμένο Φλεβάρη του 1958 και το αεροπορικό δυστύχημα που ξεκλήρισε τη μεγάλη Γιουνάιτεντ της εποχής, αναγκάζοντας το ρολόι στο Μάντσεστερ να κολλήσει για πάντα στις 15:04.

Θα θυμάται πως η θρυλική ομάδα του Ματ Μπάσμπι, εκείνη που έδειχνε ασταμάτητη, χάθηκε στα συντρίμμια ένα παγωμένο μεσημέρι στο Μόναχο. Οι οπαδοί της γενιάς του ’60 κουβαλούν αυτή την τραγωδία μέσα τους. Θυμούνται τον Σκωτσέζο να μπαίνει στο Όλντ Τράφορντ με πατερίτσες και να τους ζητά πίστωση χρόνου. Κι εκείνοι να στέκονται στο πλευρό του, μέχρι να βρούνε ουρανό. Με τους Μπόμπι Τσάρλτον, Μπιλ Φόουκς και τον νεαρό Τζορτζ Μπεστ.

Ίσως πρέπει να διηγηθεί σε όλους αυτούς τους χιλιάδες, που έφυγαν από το Όλντ Τράφορντ, πώς ο σύλλογος που φλέρταρε με τον αφανισμό, έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης δέκα χρόνια αργότερα.

Να τους πει ότι ήρθαν σεζόν που σύρθηκε στα χαμηλότερα στρώματα της βαθμολογίας και ο υποβιβασμός δεν ήταν μακρινός εφιάλτης, αλλά ρεαλιστική πιθανότητα και ότι υπήρχαν και τότε κάποιοι που ζήτησαν το… κεφάλι του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον τα πρώτα τρία άγονα χρόνια του στον πάγκο, και κάποιοι έγιναν ασπίδα στο «3 years of excuses and it’s still crap ta – ra fergie». Κι έτσι μετά, είχαν λίγο παραπάνω δικαίωμα στη χαρά, όταν ο τρομερός παππούς από τη Σκωτία οδήγησε τη Γιουνάιτεντ σε 38 τίτλους.

Η πίστη ποτέ δεν έχει να κάνει με τα πλάνα ενός προπονητή ή τα τρόπαια που προστίθενται στην τροπαιοθήκη. Είναι απλώς μια σιωπηρή υπόσχεση, ότι θα της κρατάει το χέρι στα σκοτάδια, για όσα μαζί της έχει περάσει.